διάκονος

διάκονος
ὁ διά|κονος слуга, служитель; христ. дьякон (> др.-русск. дьяк, подьячий - секретарь)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Нужна курсовая?

Смотреть что такое "διάκονος" в других словарях:

  • διάκονος — Ο πρώτος και κατώτερος από τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Τον τίτλο αυτόν απένεμε η αρχαία Εκκλησία σε όλους εκείνους, αποστόλους και πιστούς, που βοηθούσαν στις πιο ταπεινές υπηρεσίες, όπως η καθαριότητα και η φροντίδα των ιερών σκευών, γιατί …   Dictionary of Greek

  • διάκονος — διά̱κονος , διάκονος servant masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκονος — ο ιερωμένος με τον κατώτερο εκκλησιαστικό βαθμό, ο διάκος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Диакон — (διάκονος служитель) так называются лица, проходящие церковное служение на первой, низшей степени священства. По происхождению своему это служение относится к временам апостольским и возникло в церкви иерусалимской по следующему поводу. Многие… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • διηκόνους — διάκονος servant masc acc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηκόνων — διάκονος servant masc gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διήκονε — διάκονος servant masc voc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διήκονον — διάκονος servant masc acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διήκονος — διάκονος servant masc nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ДИАКОН — [дьякон; греч. διάκονος], одна из 3 священных степеней христ. церковной иерархии, низшая по отношению к степеням епископа и пресвитера. Происхождение служения Д. Архидиак. Андрей Мазур совершает каждение во время патриаршегобогослужения в храме… …   Православная энциклопедия

  • Ιάκωβος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ι. ο πρεσβύτερος. Ένας από τους δώδεκα Αποστόλους. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ζεβεδαίου και αδελφός του Ιωάννη. Μαρτύρησε επί Ηρώδη Αγρίππα Α’, περίπου το έτος 42 μ.Χ. (Πράξεις των Αποστόλων κβ’).… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»